Αναρτήθηκε από: vlassisn | 22/12/2011

Πάνος Καρνέζης: «Το Μοναστήρι»

γράφει ο Βασίλης Αργυριάδης

Σε μια ερημική τοποθεσία της ισπανικής σιέρα στέκεται το μισογκρεμισμένο μοναστήρι της Παναγίας του Ελέους. Εκεί ζουν έξι μοναχές που έχουν εγκαταλείψει τον κόσμο με τη θέλησή τους για να αφοσιωθούν στον Θεό, στην απομόνωση και στη σιωπή. Η ανακάλυψη, όμως, μιας βαλίτσας στην είσοδο του μοναστηριού θα έχει απροσδόκητες συνέπειες. Η ζωή των μοναχών θα αλλάξει και η ηγουμένη Μαρία Ινές θα καταλάβει πως ακόμα και στο απομακρυσμένο καταφύγιό της είναι αδύνατο να ξεφύγει από τον έξω κόσμο και το παρελθόν της.

Ο Πάνος Καρνέζης πλέκει μια αφήγηση που κατορθώνει να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το βιβλίο διαβάζεται “ευχάριστα”, αν και αναδίδεται από αυτό μια ελαφρώς κλειστοφοβική και παθογενής θρησκευτική ατμόσφαιρα. Το ύφος θυμίζει την ουδέτερη εξιστόρηση ενός μύθου. Οι χαρακτήρες είναι σκιαγραφημένοι με χοντρές πινελιές, οι λεπτομέρειες ή οι όποιες εμβαθύνσεις απουσιάζουν. Θα έλεγε κανείς ότι η πλοκή εξελίσσεται υπνωτισμένα. Σαν ο συγγραφέας και ο αναγνώστης να παρακολουθούν δίχως να μπορούν να σχετιστούν, να μετάσχουν – με τους μύθους δεν σχετίζεσαι, απλώς τους ακούς και το πολύ-πολύ να εξάγεις από αυτούς ένα δίδαγμα.

Το βιβλίο του Καρνέζη δεν έχει διδακτικό χαρακτήρα (με την αρνητική έννοια). Ο συγγραφέας δεν τοποθετείται. Δεν υπερασπίζεται τίποτα, δεν κατακρίνει κανέναν. Επιχειρεί μια εξιστόρηση. Όμως δεν μιλάμε σίγουρα για ένα μεγάλο έργο. Πρώτον, διότι λείπει (και μάλιστα από ένα τέτοιο βιβλίο, που ασχολείται με αταβικά φαινόμενα, όπως αυτό του θρησκεύειν) το χειρουργικό ψυχογράφημα των ηρώων: η κατάδυση του συγγραφέα στις ψυχές των ηρώων του δεν επιχειρείται σε μεγάλο βάθος και η εξερεύνηση δεν πραγματοποιείται με δεξιοτεχνία. Κυριαρχεί μάλλον η ευκολία και η ελαφράδα. Δεύτερον, ο συγγραφέας δεν φαίνεται να έχει εντρυφήσει στον χρόνο και τον τόπο, όπου τοποθετεί την πλοκή του έργου του (ο ίδιος μάλιστα έχει δηλώσει κάπου πως δεν τον ενδιαφέρει κιόλας κάτι τέτοιο). Λείπουν οι μυρωδιές, οι ψηλαφήσεις, οι εικόνες και η ιστορία. Και πάλι, ο αναγνώστης έχει την εντύπωση πως διαβάζει έναν εκτενή μύθο, δίχως λεπτομέρειες, δίχως εμμονή στα άδηλα και τα κρύφια – αδρές γραμμές μιας ιστορίας μονάχα, μιας ιστορίας που δεν σε καλεί στις αναταράξεις της, παρά σε προκαλεί να συνεχίσεις την αναγνωσή της (με ένα κάποιο ενδιαφέρον αναντίρρητα) “για να δεις πού το πάει”.

Υπάρχει και ένα τρίτο στοιχείο που αδυνατίζει το ύφος του βιβλίου και εμποδίζει τον συγγραφέα να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του θέματός του: η πολυπρόσωπη πρόσβασή του στους ήρωες. Εξηγούμαι: Όσοι διδάσκουν δημιουργική γραφή ή θεωρία της λογοτεχνίας λένε συνήθως πως είναι σημαντικό ο συγγραφέας (ανεξάρτητα του αν θα επιλέξει πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση) να έχει πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματα ενός και μόνο ήρωα. Αυτός θα είναι ο κεντρικός ήρωάς του και μέσα από αυτόν θα περιγράφονται όλοι οι άλλοι. Αυτός ο κανόνας βέβαια δεν είναι απόλυτος, ούτε αποτελεί θέσφατο. Είναι όμως μια πολύ βολική φόρμα για να μπορέσει ο συγγραφέας να δώσει στο έργο του ένα κέντρο βάρους, να μη σκορπιστεί η αφήγηση και να παραμείνει δεμένη η πλοκή. Είναι σπάνια τα μυθιστορήματα, όπου ο συγγραφέας κατορθώνει με επάρκεια να παραδώσει ένα κομψοτέχνημα, επιδιδόμενος σ’ αυτό που (απαξιωτικά) ονομάζεται «playing God», έχοντας δηλαδή πρόσβαση στον ψυχικό κόσμο όλων των ηρώων του. Εδώ ο Καρνέζης φαίνεται πως αντιπαρέρχεται αυτή τη φόρμα και αναμειγνύει διάφορες τεχνικές. Τη μια η γραφή του σου δίνει την αίσθηση της αποστασιοποιημένης «fly on the wall» αφήγησης κι απ’ την άλλη τον βλέπεις να αποκτά επιπόλαιη πρόσβαση σε πολλαπλούς χαρακτήρες του βιβλίου του. Αυτή η υφολογική πολυδιάσπαση κάνει το έργο του να παραδέρνει στην επιφάνεια των περιγραφών και να δυσκολεύεται στις εμβαθύνσεις. Το μυθιστόρημα χάνει σε σφριγηλότητα, η αφηγηματική φωνή αδυνατίζει, το κέντρο βάρους απουσιάζει. Το μυθιστόρημα ισορροπεί, αλλά σε πολύ χαμηλό ύψος από το έδαφος…

Εν πάση περιπτώσει, ίσως την παρασοβαρέψαμε την παρουσίασή μας… «Το μοναστήρι» είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται. Χάριν ψυχαγωγίας. Δεν θα βρείτε σ’ αυτό υψηλή λογοτεχνία. Αλλά –προς Θεού– θα είναι τεράστιο λάθος να νομιστεί ότι είναι μικρό πράγμα το να μπορεί κανείς να γράψει κάτι που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι τέλους. Απ’ αυτή την άποψη, ο Καρνέζης δικαιώνεται.

το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη (αρχικώς είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μακόντο).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: